Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

To Helen



















   Ποίημα τοῦ Ἔντγκαρ Ἄλλαν Πόε
 
   Ἑλένη, εἶν’ γιὰ μὲ ἡ δική σου καλλονὴ
   σὰν νικηφόρα τοῦ ἀρχαίου καιροῦ καράβια,
   ποὺ ἁβρά, πάνω σὲ θάλασσαν εὐωδιαστή,
   τὸν κουρασμένον ἀρμενᾶν ταξειδευτὴ
   μέχρι τὰ πατρικά του τ’ ἀκρογιάλια.
   
   Στ’ ἄγρια νερὰ παληὸ συνήθειο νὰ γυρνῶ,
   ἡ ὄψ’ ἡ κλασσική, ἡ ὑακινθένια κόμη,
   ἡ Ναϊάδα αὔρα σου μ’ ἔφεραν σπίτι δῶ
   στὴν αἴγλη ποὺ ὠνομάσθηκεν Ἑλλάδα,
   στὸ μεγαλεῖο ποὺ ἀπεκλήθη Ῥώμη.
  
   Νά! Στὴν λαμπρὴ κεῖ κόγχη τοῦ παραθυριοῦ
   μ’ ἄγαλμαν ὅμοια σὲ θωρῶ στέκεσ’ ὀρθή,
   λύχνον ἀχάτινο τὸ χέρι σου κρατεῖ!
   Ἄ, Ψυχή, ἀπὸ τὲς ἐπικράτειες ποὺ
   εἶναι Ἁγία Γῆ!
  
  
   Φωτογραφία: Edgar Allan Poe, χαρακτικὸ τοῦ Timothy Cole

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Εἰς τὸν βίον Α΄


Διασκευὴ ποιήματος τοῦ Ἰωάννου Γεωμέτρου

Τὴν ἀρετὴ θώρησα χθὲς ἀναμεσὶς στὴν πόλι,
ἀπ’ ἔξω μαυροφόραγεν κι’ ἐντὸς καρδιοθλιβόταν,
κι’ εἶπα «Τί καρδιοθλίβεσαι;» κι’ ἐκείνη μοὶ ἀπεκρίθη.
«Παραμερίστ’ ἡ φρόνησις, γωνιάστ’ ἡ ἀντρειὰ κι’ ἡ γνῶσις,
κι’ ἐδῶ θρονιάστ’ ἡ ἀγνωσιὰ κι’ ἀρχοντοδεσποτεύει
κι’ ἔχει καὶ συναρχόντους της τὴν μέθη, τὴν δειλία».


Τὴν ἀρετὴν χθὲς εἶδον ἐν μέσῃ πόλει
μελαμφοροῦσαν καὶ κατηφείας ὅλην·
τί δ’, ἠρόμην, πέπονθας; Ἡ δέ· νῦν ἔγνως,
τόλμα, φρόνησις, γνῶσις, ἐν ταῖς γωνίαις,
ἄγνοια δ’ ἄρχει καὶ μέθη καὶ δειλία.

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Εἰς τὸν βίον Β΄


Διασκευὴ ποιήματος τοῦ Ἰωάννου Γεωμέτρου

Ψυχή μου ἀπ’ τὲς καθημερνὲς τυράγνιες τί τραβιέσαι;
Μήτ’ ἔνι τέχνη νὰ εὑρεθῇ νὰ μὴν βαρυλυπιέσαι.
Ἡ γῆς πάει μὲ τ’ ἀγκάθια της κι’ ὁ βιὸς σκοτοῦρες σπέρνει,
ἔτσι ὁ Πλάστης τ’ ὥρισεν, πολέμα το καημένη.


Ψυχή, τί φεύγεις τοὺς καθημέραν πόνους;
Οὐκ ἔστιν εὑρεῖν τῆς ἀλυπίας τέχνην.
Τὴν γῆν ἀκάνθας, τὸν βίον δὲ φροντίδας
φέρειν ὁ Πλάστης ἐξεθέσπισε. Φέρε.

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Εἰς τὲς Θερμοπύλες


Εἰς τὲς Θερμοπύλες

σια΄

Ἀνάβρυσαν κρηνοπηγὲς κι’ ὡρμῆσαν στὰ ποτάμια,
κι’ ὁ ποταμὸς τῆς ἀρετῆς τρανοφουσκονεριάζει,
κι’ οἱ Θερμοπύλες τρίστενες καὶ τὸ νερὸν ὑψώθη,
καὶ μετρημένο χύνεται κι’ ὀλιγοστὸ κυλάει,
κι’ ἐκ τὸν καιρὸ παραπερνᾷ κι’ ὅλον παρκάτω ῥέει,
κι’ ἄλλ’ ἤπιαν κι’ ἐσηκώθησαν κι’ ἄλλοι σκυμμένοι πίνουν
κι’ ἄλλοι σκυφτοὶ προσμένουν το, νὰ πιοῦν νὰ σηκωθοῦνε.

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Ὁ λέων τοῦ πόθου

σι΄

Μύρισε, φυλάξου, * βίγλισ’, ἀκουρμάσου,
φωτοθάλασσα * τὰ σκότη κουκουλώνει
ἐλαφῖνα μου· * μὰ κεῖ στὸ σπηληοστόμα
ληόντας ὁ πόθος, * κερί, παραμονεύει.
Φλέγετ’ ὁλόκορμος, * πυρών’ ὁλόγυμνος,
σ’ ὀνειρεύεται, * πεῖνα σαρκὸς τὸν λειώνει,
κι’ ὅμως, νά, βαστᾷ, * καρτερεῖ νὰ ζυγώσῃς.
Κι’ ἂν δὲν σὲ γευτῇ * κατάφλογος πεθαίνει
κι’ ἀνασταίνεται * κατάφλογος καὶ πάλι.
Πάλι πεῖνα τὸν δέρνει * ἂν σὲ σπαράξῃ
καὶ σπαράζεται * καὶ πάλι ἀργολειώνει.
Πύρινον κτῆνος * νεκροζώντανο, πάντα
καταραμένος * κι’ ὁλοτελῶς θλιμμένος.
Ὕδωρ τὸ κορμί, * φωτιὰ βρέχει, τὴν σβήνει.
Φωτιὰ τὸ κορμί, * βουτᾷ στὸ ὕδωρ, σβήνει.
Ἀνὴρ καὶ γυνὴ * γυμνοὶ στὴν πρώτη κλίνη,
στὴν στερνὴ καὶ σ’ ὅλες * ὕδωρ καὶ πῦρ, γυμνοί.

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Ὁ Διγενὴς καὶ ὁ Μανδαῖος


Ὁ Διγενὴς καὶ ὁ Μανδαῖος

σθ΄

Μανδαῖος τὶς προσεύχετον εἰς ποταμιοῦ τὴν ὄχθη
κι’ εἶδε περνᾷ ὁ Διγενὴς καὶ καλημέρισέ τον.
«Σὰν ποῦ ὑπάγεις, Διγενή, μέσα στοὺς Σαρακήνους;»
«Ὑπάγω εἰς τοῦ ἀμηρᾶ νὰ εἰποῦμε γιὰ τ’ ἀλλάγιον,
οἱ σκλάβοι νὰ λευτερωθοῦν, τέκνα νὰ ἰδοῦν γονέους,
γερόντοι κόρες καὶ ὑγιοὺς κι’ ἀντρόγυνα νὰ σμείξουν.
Μολόγησον, Μανδαῖε μου, τὸν ἀμηρᾶν ἠξεύρεις,
νὰ τόνε πάρω μὲ καλὸν ἢ νὰ τὸν φοβερίσω;»
«Ὡσὰν τὴ νύχτα, Διγενή, ἔνι κι’ ἡ ἀνθρωπότη.
Ὀλίγ’ οἱ ἀγαθόκαρδοι κι’ ὡς ἥλιοι στραφτολάμπουν,
οἱ ξύπνιοι κι’ ὀλιγόκαρδοι ὡς τ’ ἄστρη ἀχνοφέγγουν,
κι’ οἱ ἄκαρδοι καὶ πονηροὶ κρύβονται εἰς τὸ σκοτάδι.
Τὸν ἥλιον ὅλοι βλέπουσι, τ’ ἄστρη πολλοὶ ξεκρίνουν,
ἀμὴ ὁ παίζει τὸ σπαθὶ καὶ τὰ σκοτάδια νιώθει.
Ἥλιος λαμπρός, ἀστέρι ἀχνὸν ἢ βράχος στὸ σκοτάδι,
θὰ τόνε νιώσῃς, ἄρχοντα, τὸ φῶς του θὰ ζυγιάσῃς».

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Ὁ Διγενὴς καὶ ἡ φωτιὰ


Ὁ Διγενὴς καὶ ἡ φωτιὰ

ση΄

Ὁ Διγενὴς ἐπέζεψε τὴ νύχτα νὰ περάσῃ,
κι’ ἄναψεν ἀχαμνὴ φωτιὰ κι’ ὁλονυχτὶς καθότουν,
κι’ ἀμίλητος τὴν σκάλιζε κι’ ἄλαλος τῆς φηγιότουν.
Φηγήθη τοὺς πολέμους του, φηγήθη τὲς ἀντρειές του,
φηγήθη κάστρη καὶ λαούς, ἀρχόντους καὶ κοσμάκη,
φηγήθ’ ὡρηὲς κι’ εὐγενικὲς κι’ ἀκριβοφιλημένες,
φηγήθη καὶ μιὰ μήρισσα, τὴν κρυφοφιλημένη,
φηγήθη κι’ εἰς τὰ φωναχτὰ τ’ ὄνομα τῆς ἀγάπης.
Μὲ τὴν αὐγὴ τὴν ἔσβησε, μὴ τόνε μαρτυρήσῃ,
σελήνη τὸν παράκουσε, θὰ τῆς τὸ ψιθυρίσῃ.

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Εἰς τὸν ἐρχομό της


σζ΄

Τὴν ἀνιμένω * στεῤῥός, γαλήνιος, πρᾶος,
λιαχτιδάγγιχτον * πέλαγος ἡ ψυχή μου·
ἀμὴ στὸ κέντρο * νέφια, τυφῶν ἀγέρθη,
κι’ ὅσον ζυγώνει * ἀκέρηον μὲ σαρώνει.
Πῶς τὴν θεότη, * φτωχὸς πιστός, ν’ ἀδράξω;
Χείλη σπαρταροῦν, * χέρι’ ἀχαμνὰ καὶ τρέμουν·
λατρεῖες, τιμὲς * στὸ ζάλευκο κορμί της,
τέμενος σεπτό, * πῶς τάχα ν’ ἁγιοπράξουν;
Καὶ πῶς τὸ θαῦμα * λόγος νὰ ψαλμουδήσῃ;
Κύπρι μου βόηθα! * Ὦ Ἀφροδίτη σῶσον!

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Ὁ Δροῦζος πρίγκηπας


Ὁ Δροῦζος πρίγκηπας

σϚ΄

Στὴν Κωνσταντῖνα

Λέγει ὁ Δροῦζος πρίγκηπας σὰν φίλευε τὸν Διγενῆ
«Ἂν ἠμποροῦσαν, Διγενή, τ’ ἀνθρωπινὰ ὀμμάτια
νὰ ἰδοῦν βαθιὰ ὥσμε τὴν πηγή, τὴν ὕλη τὴν ἀγέννητη,
θά ’σβηναν ὕδατα, στερηές, ἄστρη, χωριά, παλάτια.
Σκοτάδι ἀτόφυο θ’ ἄστραφτεν, εἷς ζοφερὸς ὠκεανός,
κι’ ἐντὸς νὰ ῥέουν τὰ κύματα, τῆς Ῥέας Κυβέλης ὁ χορός.
Τοῦτα παλαιόθ’ ἐκήρυτταν τοῦ γένους σου ἄνδρες σοφοί».

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Ὁ γεωργὸς πειρατὴς


Ὁ γεωργὸς πειρατὴς

σε΄

Ἀγροῖκος χεροδύναμος ἔχασε τὴν σοδειά του
καὶ τώρ’ ἀπάνω δυὸ φορὲς τοῦ ἄρχοντος χρεωστεῖ.
Τ’ ἀλέτρι ἀλλάζει πέλεκυ, τὸ σκαλιστήρι λόγχη,
τὰ βόδια δρακοκάτεργο, τὴν γῆν ἁρμύρα ὁγρή.
Κι’ ὡς ἀναδυοβυθίζετον κι’ αὐλάκωνε τ’ ἀλέτρι,
ὅμοι’ ἀναδυοβυθίζεται ματόβρεχτ’ ἡ αἰχμή.