Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Εἰς τὸν κύρην λαὸν


ρϞδ΄

Εἰς τὸν κύρην λαὸν

Δὲν ξαποσταίνει ὁ ποντικὸς μὲς στοῦ ὀφιδιοῦ τὴν ζῶσι,
νὰ εἰπῇ τὴν σφίξιν ἀγκαλιά, φάρμακο τὸ φαρμάκι.
Κι’ ἀπ’ τὸν ἡσκιόγυρον τοῦ ἀητοῦ ἀντιδρομεῖ τ’ ὀφίδι,   
φιλὶ δὲν λέει τὸ ῥάμφισμα, χάδι τὸ γράπωμά του.
Τὸν τύραγνον ὀφιδαητό, κύρη λαέ, προσμένεις.  
Τὸν σουριγμό του ὅντες γροικᾷς θὰ εἰπῇς «Βρίσκετ’ ἐλπίδα!»
κι’ εἰς τ’ ὀνυχοσπαρτάρισμα «Βαστᾶτε, θὰ περάσῃ»,
στὸ ῥάμφος τὸ φαρμακερὸν «Ἄχου ὑστερνή μου γνῶσι».   

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Εἰς τὸ Γεγονὸς


ρϞγ΄

Στὸν περίβολο * τῆς λευκῆς ἐκκλησίας,
κάτω ἀπ’ τὸ κιόσκι, * στὴν μαρμαρένια τάβλα,
ῥεμβάζω ἔρμος, * καίω πικρὸ τσιγάρο.
Θωρῶ τὸν τόπο. * Ὁ μανδρότοιχος πέρα
καί, δεξιὰ ζερβά, * δυὸ σιδερένιες πόρτες
τ’ ἄκτιστον κρύπτουν * ἀπὸ τῆς κτίσεώς Του
τ’ ἀναπόδραστον * τὸ Γεγονός, τὸ μέγα.
Ὄναρ σκιᾶς * ὁ ἄνθρωπος; Τ’ ἀρνοῦμαι.
Πρᾶγμα βέβαιον * βεβαίως θὰ καταλήξῃ,
ἥσκιοι κι’ ὄνειρα * τὰ βέβαια δὲν γεννοῦνε.

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Στὸ Σκυλάκι


ρϞβ΄

Στὸ Σκυλάκι

Εἶχα μιὰ σκύλα κάποτε π’ ὠνόμασα Σκυλάκι,
μέχρι καὶ ποὺ ἐγέρασεν ἔτσι τὴν ἐκαλοῦσα.
Κι’ ὅντες ἐψυχομάχησε καὶ ἦτον ν’ ἀποθάνῃ
τρεῖς στὴν ἀράδα ἐγαύγισε, νὰ μ’ ἀποχαιρετίσῃ.
«Καλή μου μὴν φοβᾶσαι πλειὸν κι’ ἀλιὰ σ’ ἐμᾶς ποὺ ζοῦμε,
κι’ ἒν ὁ ἔρως λόχρυσος ἁρμὸς κι’ ἀνακρατεῖ τὴν πλάσι.
Κι’ ἀπ’ τὲς ἁπλάδες τ’ οὐρανοῦ ὥσμε τὰ βύθη τοῦ ᾅδου,
τὸ πᾶν φυλάττει, μάτια μου, μὲ πύρινο πλεμμάτι.
Καὶ μήτε τοῦ γλιστρᾷ ψυχή, στὸν ἄβυσσον νὰ πέσῃ,
κι’ ἀγαληνὰ μὲ τὸν καιρὸν ὅλους μᾶς ἀνεβάζει,
μᾶς πάει σὲ χῶρες ἄλυπες, σὲ τόπους δίχως δάκρυα,  
κεῖ ποὺ θὰ ξανασμείξωμε, χαῖρε, Σκυλάκι, χαῖρε».

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Εἰς ἀλήθειαν ΙΙ


ρϞα΄

Εἰς ἀλήθειαν ΙΙ

Κάστρον ἐθεμελίωναν οἱ ψεῦτες μὲ ἀγῶνα,
ἄπαρτον κι’ ἀπολέμητον καὶ νὰ μὴν καταλυέται,
νὰ διαυθεντεύῃ εἰς τὸν καιρὸν καὶ ν’ ἄρχῃ εἰς τὸν αἰῶνα.
Γιὰ τείχη χτίζουν ψέμματα, πυργιὰ ψέμματα ὀρθώνουν,
ψέμματα πόρτες ἔφραξαν, ψέμματα ταφροζώνουν,
καὶ φλάμπουρα, ὁλοτρόγυρα, ψέμματα μύρια ἁπλώνουν. 
Ἀγέριν ἀντιφύσηξεν, ἄνεμος ἐσηκώθη.
Τὰ φλάμπουρα ἐσκίστηκαν, ἡ τάφρος ἐπλακώθη,
χαμαὶ οἱ πόρτες βρόντηξαν, οἱ πύργοι ἐσωριαστῆκαν,
καὶ τὰ καλάρμοστα τειχιὰ πλάτωμα ἐγινῆκαν.   
«Πόθεν φυσᾷ ὁ ἄνεμος ὁ ἐχάλασε τὸ κάστρον;
Μὴν φύσηξεν ὁ ζέφυρος; Μὴν φύσηξεν ὁ λίβας;
Μὴν φύσηξεν ὁ κὺρ βοριᾶς κι’ ὁμοῦ ὅλ’ οἱ ἀνέμοι;»
Κοράσιν ἀποκρίθη τους, τοὺς ψεύτας ἀναμπαίζει.
«Ψεῦτες δὲν ἦτον ζέφυρος, ψεῦτες δὲν ἦτον λίβας,
ψεῦτες δὲν ἦτον κὺρ βοριᾶς κι’ ὁμοῦ ὅλ’ οἱ ἀνέμοι.
Μὸν ἡ ἀλήθεια ἤμουνα, ποὺ στέρηα καστροχτίζω,
κι’ ὅπου μαθαίνω ψέμματα, φυσῶ καὶ τὰ σκορπίζω».

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Ὁ βάρβαρος καὶ ἡ ῥήγισσα


ρϞ΄

Ὁ βάρβαρος καὶ ἡ ῥήγισσα

Γονάτισεν ἡ ῥήγισσα, γυμνὴ σκυφτὴ προσμένει,
στὸν τράχηλό της πέφτουνε, δεξιόζερβα, σπαθιά,
τὰ γαλατένια μέλη της μὲ δαχτυλιὲς λερά,
κι’ ἔξω κουρσεύει ὁ θάνατος κι’ ἄγρια ἡ φωτιὰ παχαίνει.

Ἰδοὺ ζυγώνει ὁ πορθητής, ὁ ἄρχος τῶν βαρβάρων,
καὶ λυκοτόμαρο μαντὺ στοὺς ὤμους της περνᾷ.
«Σήκω ἀπάνου ῥήγισσα, μὲ τὴ σκληρὴ καρδιά,
θὰ ἐλεοῦσα ἂν ἔστεργες γυναῖκα νὰ σὲ πάρω».

«Δὲν εἶναι πόρν’ ἡ ῥήγισσα σὲ φύλαρχον ἀγροῖκο
ποὺ βόσκει σὰν τετράποδο κι’ ὅλο χαμοθωρεῖ,
εἶναι μητέρα τοῦ λαοῦ, στὰ σκότη τὸ κερί,
χρυσάλυσις ποὺ δένει τον μὲ τ’ οὐρανοῦ τὸν οἶκο.

Στοχάσου πρὶν στὰ στήθη μου τ’ ἀτσάλι σου βυθίσῃς,
προσκύνησέ με δοῦλος μου καὶ γίνου μαθητής,
θὰ σὲ διδάξω, βάρβαρε, πῶς τ’ ἄστρη νὰ θωρῇς,
πῶς ἀπ’ ἀγέλες κι’ ἀχαμνοὺς κάστρη νὰ κυβερνήσῃς».

Θρασαύχενη τὴν θαύμασε, στοὺς λόγους ηὗρε τάξι,
κι’ ὥρισε τὸν γραμματικὸ τὴν μαρτυρία νὰ πῇ,
«μεγάθυμος», «φιλεύσπλαγχνος», «χαρίσας τὴν ζωή»,
κι’ ἔπειτ’ ἀλάργεψε ὁ φονηὰς μάλαμμα νὰ συνάξῃ.  

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Οἱ καστρόπορτες τῆς Νινευὶ



















Διασκευὴ ποιήματος τοῦ Ρόμπερτ Ἔρβιν Χάουαρντ

Τῆς Νινευὶ οἱ καστρόπορτες! Φουσσᾶτα τὲς ζυγώνουν,
γυρνᾷ ὁ Σαργὼν διαγουμιστής, μὲ δόξα θερισμένη,
βιγλίζει τοὺς τειχόπυργους, καθάρια, δές, στυλώνουν,
στὸ πρωινὸ τὸ ἡλιόφωτον ἁδρὰ χαρακωμένοι.

Πεζεύει ἀπ’ τ’ ἅρμα του ὁ Σαργών, μὲ χάρι ληοντοπάτει,
πετᾷ χαμαὶ τὸ κράνος του, κυλᾷ στὸν ἄμμο ταίρι,
καὶ χαμηλώνει τὸ σπαθὶ πό ’χε θωριὰ φλογάτη, 
παίζει μὲ τὴν γενειάδα του τὸ λεύτερό του χέρι.

«Γαῦροι οἱ πύργοι ὀρθώνονται, φλάμμουλα κυματίζουν,
γιορτάσι τοῦ λαοῦ ἀγροικῶ, τραγούδια ποὺ θριαμβεύω,
μὰ ἐμὲ μιὰ μοῖρα πυρπολεῖ κι’ οἱ νῖκες μου μαυρίζουν,
στῆς γῆς τὰ φῦλα ἀφανισμὸ κι’ ὄλεθρο προμαντεύω.

Ἰδοὺ πόλεις κρημνίζονται καὶ ἅρματα σκουριάζουν,
νέφος ἀλλόκοτο ἔχω μπρὸς μὰ οἱ ὀφθαλμοὶ ξεκρίνουν,
ὅλα τὰ βασιλόπρεπα εἰς χοῦν, φεῦ, ξεθωριάζουν,
τῆς Νινευὶ οἱ καστρόπορτες κι’ αὐτὲς σκόνη θὰ μείνουν».  

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Nostalgia



















Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Κάθ’ ἔτος, στὴν νοσταλγικὴ τοῦ φθινοπώρου λάμψι,
φτεροδιαβαίνουν τὰ πουλιὰ τὴν ὠκεάνεια ἐρμιά,
κρώζοντας, τιτιβίζοντας μὲ βιάση χαροποιά,
νὰ βροῦν μιὰ γῆ ποὺ οἱ μέσαθε θύμησες ἔχουν γράψει.

Μεγάλοι κῆποι σκαλωτοὶ μὲ τ’ ἄνθη τὰ ζωηρά τους,
καὶ μάνγκο πεντανόστιμα σ’ ἀράδες νὰ μεστώνουν,
κι’ ἄλση ναῶν ποὺ οἱ κλῶνοι τους πλέκονται κι’ ἁψιδώνουν
στράτες σκιερές – τοῦτα θωροῦν στὰ θολερὰ ὄνειρά τους. 

Σημάδια τῆς παληᾶς ἀκτῆς στὰ πέλαγα γυρεύουν –
τὴν πόλι τὴν ἀγέρωχη, λευκὴ καὶ πυργωτή –
μὰ ὅλο νερένιαν ἔκτασι ξανοίγουν ἀδειανή,
κι’ ἔτσι γιὰ ἀκόμη μιὰ φορὰ στρέφονται κι’ ἀλαργεύουν.

Ὅμως στὰ βένθη π’ ἀποικοῦν πλήθη ἀνεγνώρων κοραλλιῶν,
οἱ ἀρχαῖοι πύργοι νοσταλγοῦν τ’ ἄληστον ᾆσμα τῶν πουλιῶν.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Ὁ ἀστροθώρητος


ρπθ΄

Ὁ ἀστροθώρητος

Στὸν παρασταίνει τὸν τρανό, στὸν κάμει τὸν καμπόσο,
ἀφήνω τόπο καὶ περνᾷ, μιὰ ὁρμήνεια θὰ τὸν δώσω.
Τὴν κεφαλὴ νὰ στρέψῃ την καὶ νὰ βιγλίσῃ τ’ ἄστρη
κι’ ὕστερ’ ἀτὸς νὰ μετρηθῇ μπρὸς στοῦ πυρὸς τὰ κάστρη.
Κι’ ἅμα εὑρεθῇ στὰ σκότη φῶς κι’ ἀδάμας ποὺ γυαλίζει
καὶ ἥλιος ἀβασίλευτος ποὺ σπιθολαμπυρίζει,
θαῤῥούμενα νὰ διαλαλῇ κι’ εἰς ὅλους νὰ μηνύσῃ
πὼς τ’ ἄστρη τὸν ἐθώρησαν ὡς ἔχει τα θωρήσει.  

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Γῆ 2017 μ.Χ.



ρπη΄

Γῆ 2017 μ.Χ.

Σὰν περμαζώνωνται θεργιά, μοβόρα ὡς τρογυρνοῦσι,
βουτᾶν στὸ χῶμα οἱ σέρπονται κι’ οἱ φτερουγᾶν πετοῦσι.
Χάνοντ’ οἱ γοργοπόδαροι, κροῦν οἱ κερατωμένοι,
οἱ ξύπνοι μηχανεύονται, κρύβονται οἱ διαβασμένοι.
Ἀλιὰ εἰς τυφλοὺς κι’ ἀνόητους, μίσταρνους κι’ ἀλαζόνες,
γιομᾶτοι ἐλπίδα θ’ ἀλεστοῦν στὲς κοφτερὲς σιαγόνες.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Ἀγαθὸς ἦν


ρπζ΄

Πρόσωπα:

Ἄνδρας 40 ἐτῶν
Γυναῖκα 25 ἐτῶν

Πρῶτες ἡμέρες τοῦ Ὀκτώβρη, νύχτα. Μιὰ ξύλινη ἀποθήκη. Μπροστά της ἁπλώνεται ἡ ἄμμος καὶ παραπέρα ἡ θάλασσα. Πίσω της κεῖται μιὰ ἐξοχικὴ κατοικία, κρυμμένη μέσα στὰ πεῦκα. Ἐντὸς διάφορα σύνεργα καὶ παληὰ ἐργαλεῖα. Ἕνας ἄνδρας, γενειοφόρος, κάθεται δίπλα στὸ τραπέζι, γυμνὸς ἀπὸ τὴν μέσι κι’ ἐπάνω. Ἀπέναντί του, στὸ κρεββάτι, κάθεται ὀκλαδὸν μία γυναῖκα μακρομαλλοῦσα. Εἶναι ὁλόγυμνη κι’ ἔχει τυλιγμένη τὴν πλάτη μ’ ἐλαφρὺ σκέπασμα.

Α: Κόπηκε τὸ ῥεῦμα πάλι (ἀνάβει ἕνα κερί). 
Γ: Μὴν ἀλλάζῃς συζήτησι (ἀνάβει τσιγάρο), μὲ φῶς ἢ μὲ σκοτάδι, ἐγὼ φοβᾶμαι.
Α: … (Τὴν κοιτᾷ κάποιες στιγμὲς σιωπηλὸς)
Γ: Τί…
Α: Θὰ σοῦ πῶ τὸν λόγο ποὺ ὁ θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο.
Γ: Γιατί, τὸν γνωρίζεις; (Χαμογελᾷ)
Α: Τὸν εἶχα διαβάσει κάποτε στὸν «Τίμαιο» τοῦ Πλάτωνα. Καὶ εἶπα: αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο.  
Γ: Καὶ ποιός εἶναι λοιπὸν ὁ λόγος ποὺ τὸν δημιούργησε;
Α: Ἦταν ἀγαθός.
Γ: Ἦταν ἀγαθός (φυσᾷ τὸν καπνὸ νωχελικά).  
Α: Ὁ ἀγαθός, μᾶς λέει, δὲν ἔχει μέσα του κανέναν ἀπολύτως φθόνο, δὲν φθονεῖ κανέναν καὶ τίποτα. Ἑπομένως ἐπιθυμεῖ γιὰ ὅλα τὸ καλύτερο. Καὶ  τὸ καλύτερο εἶναι ὁ ἴδιος, καὶ μὲ τὸν ἑαυτό του θέλησε νὰ μοιάσουν τὰ πάντα· «παραπλήσια ἑαυτῷ» ἔλεγε τὸ ἀρχαῖο κείμενο, μοῦ ’χει μείνει. Καὶ λίγο παρακάτω ἔλεγε ὅτι στὸν ἄριστο δὲν ἁρμόζει νὰ κάνῃ τίποτε κατώτερο ἀπὸ τὸ ὡραιότερο. Σκέψι ἁπλῆ κι’ ἀκλόνητη.
Γ: Καὶ πῶς εἶσαι βέβαιος ὅτι ὁ θεὸς εἶναι ἀγαθός, καὶ ὁ Πλάτωνας ποῦ τὸ ξέρει; Ἴσως καὶ νὰ εἶναι κακὸς ἢ μὴ ἀγαθὸς ἢ ὅλα τὰ ἐνδιάμεσα ἀπὸ τὸ ἀγαθὸς ὣς τὸ κακός. Ἴσως καὶ τίποτ’ ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ μὰ κάτι ποὺ τὸ μυαλό μας δὲν μπορεῖ νὰ νιώσῃ, οὔτε νὰ περιγράψῃ. Καὶ μπορεῖ νὰ δημιούργησε τὸν κόσμο γιὰ ἄλλους δικούς του λόγους ποὺ οὔτε κἂν φανταζόμαστε, ἂν ἕνα τέτοιο ὄν χρειάζεται λόγους δηλαδὴ γιὰ νὰ φτειάξῃ τὸ ὁτιδήποτε. Ἀπορία ἐπίσης ἁπλῆ.
Α: Καὶ τί εἶναι τὸ κακό; Δὲν εἶναι μήπως κάποιο εἶδος φθορᾶς καὶ ἀταξίας καὶ διαλύσεως; Κάποιο εἶδος ἀγεωμέτρητης δράσεως καὶ παρεκτροπῆς καὶ δυσαρμονίας;
Γ: Κι’ αὐτὰ κι’ ἄλλα πολλά, ἄσε, ξέρω (φυσᾷ τὸν καπνό).
Α: Ὅμως ὅλ’ αὐτὰ καὶ πλῆθος ἄλλα παρόμοια, δὲν ἐκδηλώνονται μέσα στὸν κόσμο τῆς γενέσεως, τῆς μεταβολῆς καὶ τοῦ χρόνου; Καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ γένεσι καὶ ἡ μεταβολὴ καὶ ὁ χρόνος; Καὶ ὅλα τὰ ἐνδιάμεσα, ποὺ εἶπες, ἀπὸ τὸ ἀγαθὸ ὣς τὸ κακό, πάλι δὲν εἶναι καταστάσεις ἀνάμεικτες, ἄσχετα πόση ἀναλογία κακοῦ καὶ ἀγαθοῦ ἔχουν; Μὰ καὶ κάθε πρᾶγμα ποὺ ὑπάρχει, κάθε γνώρισμα καὶ ἰδιότητα, ὅλ’ ἡ φθορὰ κι’ ἡ ἀνακύκλωσι καὶ ὁ αἰώνιος στροβιλισμὸς τῶν πάντων, τὴν ἴδια αἰτία δὲν ἔχει; Ὅμως τὸ ἀγέννητο, τὸ ἄναρχο καὶ ἄχρονο εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὁποιοδήποτε γνώρισμα ἢ τὴν ὅποια ἰδιότητα ποὺ ἐκδηλώνεται ἀποκλειστικὰ μέσα στὴν γένεσι καὶ στὸν χρόνο καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῶν; Ὄχι φυσικά. Εἶν’ ἐντελῶς καὶ ἀμετάκλητα ἀδύνατο νὰ πιστεύουμε τὸν θεὸ ὡς ὁτιδήποτε ἄλλο παρὰ ἀγαθό. Ἂν κάνῃς ἀνάλογους συλλογισμοὺς καὶ πάρῃς μύριους δρόμους, ὅλοι θὰ σὲ βγάλουν μπροστὰ στὴν ἴδια πόρτα. Ὁ θεὸς εἶναι ἀγαθός. Κι’ ἀφοῦ εἶναι ἀγαθὸς ἡ ἀγαθότητά του ἀρκεῖ ὡς ἡ αἰτία τῆς δημιουργίας. Κάθε ἄλλος λόγος θὰ ἦταν περιττός, ἀκυρώνεται ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα.
Γ: Ἴσως νὰ ἔχῃς δίκηο, δὲν ξέρω… δὲν μπορῶ νὰ σκεφτῶ τώρα… μπλέξαμε ἄσχημα κι’ ἔχει μουδιάσει τὸ μυαλό μου.
Α: Γνωρίζω πὼς εἶσαι ἀπέραντα θλιμμένη. Ἐδῶ περνοῦσες τὰ καλοκαίρια σου ἀπ’ τὸν καιρὸ ποὺ ἤσουν μικρὸ παιδί. Ἐδῶ ἔχεις τὶς ὡραιότερες ἀναμνήσεις.
Γ: Δὲν θέλω μὲ τίποτα νὰ χαθῇ αὐτὸ τὸ μέρος, θέλω νὰ ἔρχωμαι γιὰ πάντα ἐδῶ.
Α: Δὲν χάνεται αὐτὸ τὸ μέρος, ἀκόμα κι’ ἂν χαθῇ ἔτσι ὅπως τὸ ἐννοεῖς ἐσύ. Τὸ πῆρες μέσα στὴν ψυχή σου, πάει, τελείωσε, τυπώθηκε, θὰ τὸ κρατᾷς γιὰ πάντα.

Ἡ γυναῖκα σβήνει τὸ τσιγάρο καὶ μένει σιωπηλὴ καὶ ἀφῃρημένη, ἐνῷ ὁ ἄνδρας στρίβει ἕνα τσιγάρο καὶ τὸ ἀνάβει.

Α: Ἐγὼ νομίζω πὼς ὅποιος πιστεύει στὸν θεὸ δὲν νιώθει ποτέ του μόνος καὶ ἀντέχει τὴν ἀνάγκη, ἀντέχει καὶ τὴν φθορὰ καὶ γεμίζει μ’ ἐλπίδα καὶ τυλίγεται μέσα του μὲ ζεστασιά, ἀφοῦ πειὰ γνωρίζει ὅτι κι’ αὐτὸς καὶ οἱ δικοί του καὶ ὁ κόσμος ὅλος ἔχει τέτοιον πατέρα καὶ σύμμαχο, ποὺ ἐπιθυμεῖ γιὰ ὅλους τὸ ἄριστο. Ποῦ θὰ βρῇς καλύτερον; (Χαμογελᾷ)
Γ: Φυσικά, ἀποκλείεται νὰ βρῶ (χαμογελᾷ ἐπίσης). 
Α: Ξέρεις, τὸ νὰ μετέχουμε στὴν φύσι τοῦ θείου δὲν ἦταν δική μας ἐπιθυμία, κάποιο τρελὸ ὄνειρο ὅλων τῶν ἀποκάτω ὅτι τάχα κάποτε… ἦταν δική του, τοῦ ἀποπάνω. Αὐτὸ πάει νὰ πῇ τὸ «παραπλήσια ἑαυτῷ», καὶ ὄχι ἁπλῶς ἐπιλογή του κι’ ἐπιθυμία του μὰ ὁ σκοπὸς ὁ ἴδιος τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Νὰ μποῦν τὰ πάντα σὲ τάξι, νὰ γίνουν στολίδι καὶ νὰ μοιάσουν τοῦ θεοῦ.
Γ: Εὐγενεῖς σκέψεις μὰ δύσκολο νὰ τὶς κατεβάσῃς στὴν γῆ. Τὰ προβλήματα τρέχουν καὶ θὰ μὲ τσακίσουν. Μακάρι νὰ μπορούσαμε νὰ φυτεύουμε γενναῖες σκέψεις σὲ δειλὲς καρδιὲς νὰ μὴ φοβοῦνται, μὰ καὶ πάλι δὲν γίνεται νὰ σταματήσουν τὸ κακὸ ποὺ ἔρχεται. Ὁπότε σὲ τί θὰ μ’ ὠφελήσουν ὅλ’ αὐτά; Φοβᾶμαι. 
Α: Θὰ γεμίσῃς μὲ αὐτοπεποίθησι καὶ θὰ πάψῃς νὰ φοβᾶσαι.
Γ: Κι’ ἅμα πάψω;
Α: Τότε κάτι θαυμάσιο θὰ σοῦ συμβῇ. Θ’ ἀρχίσῃς νὰ βλέπῃς καὶ νὰ σκέφτεσαι καὶ νὰ σχεδιάζῃς καὶ νὰ παίρνῃς ἀποφάσεις καὶ νὰ δρᾷς…
Γ: Ἦρθε τὸ ῥεῦμα!
Α: Ἄσε τὸ ῥεῦμα. Ντύσου καὶ πᾶμ’ ἔξω, νὰ περπατήσουμε στὴν ἄμμο, ἡ βραδιὰ εἶναι ζεστή, λές αὐγουστιάτικη. Παραπέρα, στὸ τέρμα, εἶν’ ἡ ἀρχὴ τῶν κυμάτων, ξεκινᾷ ἡ θάλασσα τῶν ὑδάτων, καὶ ἀπὸ πάνω μας ἁπλώνεται ἡ αἰώνια φωτεινὴ θάλασσα τῶν ἄστρων.  Ὅλ’ αὐτὰ εἶναι δικά σου, σοῦ ἀνήκουν, καὶ σὺ εἶσαι δική τους, τοὺς ἀνήκεις. Δὲν μπορεῖ νὰ σᾶς χωρίσῃ ποτὲ κανείς, δὲν μπορεῖ νὰ σ’ ἐξορίσῃ ἀπὸ τὴν γῆ τοῦ θεοῦ ποτὲ κανείς. Τὴν γῆ σου μπορεῖ νὰ σοῦ τὴν ἁρπάξουν οἱ νεκροί, τὰ κράτη τῶν νεκρῶν, οἱ ἐφορεῖες τῶν νεκρῶν, οἱ τράπεζες τῶν νεκρῶν. Οἱ νεκροί, ἐξόριστοι ἀπ’ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ζεστασιὰ τοῦ κόσμου, τριγυρνοῦν στὸ παγωμένο κι’ ἔρημο τίποτα καὶ προσπαθοῦν ν’ ἁρπάζουν, ὥστε νὰ ἰσχυρίζωνται τὸ ψέμμα πὼς κατέχουν κάτι. Καὶ παλεύουν νὰ πείσουν τὸν ἑαυτό τους ὅτι, ἀφοῦ κατέχουν, τάχα δὲν εἶναι νεκροὶ κι’ ἄρα ζοῦν. Ὅμως ὅποιος κατέχει ἀγαθὰ ποὺ τὰ τρώει ὁ χρόνος κι’ ἡ φθορά, πράγματα θνητὰ καὶ πεθαμένα, μόνο νεράκι σὲ κόσκινο κατέχει, δὲν ζῇ. Ἥσκιος εἶναι καὶ περιφέρεται στὸν κάτω κόσμο, καὶ μόνο σὰν πίνῃ λίγο αἷμα θυμᾶται. Εἶναι βρυκόλακες, μὴ τοὺς μιλᾷς κἄν, ἀκόμα κι’ ὅταν τοὺς μιλᾷς· ποτὲ μὴ τοὺς καταδεχτῇς. Πᾶμε;
Γ: Πᾶμε (σηκώνεται ὄρθια γοργά). Σ’ ἀγαπῶ!