Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Ὁ βάρβαρος καὶ ἡ ῥήγισσα


ρϞ΄

Ὁ βάρβαρος καὶ ἡ ῥήγισσα

Γονάτισεν ἡ ῥήγισσα, γυμνὴ σκυφτὴ προσμένει,
στὸν τράχηλό της πέφτουνε, δεξιόζερβα, σπαθιά,
τὰ γαλατένια μέλη της μὲ δαχτυλιὲς λερά,
κι’ ἔξω κουρσεύει ὁ θάνατος κι’ ἄγρια ἡ φωτιὰ παχαίνει.

Ἰδοὺ ζυγώνει ὁ πορθητής, ὁ ἄρχος τῶν βαρβάρων,
καὶ λυκοτόμαρο μαντὺ στοὺς ὤμους της περνᾷ.
«Σήκω ἀπάνου ῥήγισσα, μὲ τὴ σκληρὴ καρδιά,
θὰ ἐλεοῦσα ἂν ἔστεργες γυναῖκα νὰ σὲ πάρω».

«Δὲν εἶναι πόρν’ ἡ ῥήγισσα σὲ φύλαρχον ἀγροῖκο
ποὺ βόσκει σὰν τετράποδο κι’ ὅλο χαμοθωρεῖ,
εἶναι μητέρα τοῦ λαοῦ, στὰ σκότη τὸ κερί,
χρυσάλυσις ποὺ δένει τον μὲ τ’ οὐρανοῦ τὸν οἶκο.

Στοχάσου πρὶν στὰ στήθη μου τ’ ἀτσάλι σου βυθίσῃς,
προσκύνησέ με δοῦλος μου καὶ γίνου μαθητής,
θὰ σὲ διδάξω, βάρβαρε, πῶς τ’ ἄστρη νὰ θωρῇς,
πῶς ἀπ’ ἀγέλες κι’ ἀχαμνοὺς κάστρη νὰ κυβερνήσῃς».

Θρασαύχενη τὴν θαύμασε, στοὺς λόγους ηὗρε τάξι,
κι’ ὥρισε τὸν γραμματικὸ τὴν μαρτυρία νὰ πῇ,
«μεγάθυμος», «φιλεύσπλαγχνος», «χαρίσας τὴν ζωή»,
κι’ ἔπειτ’ ἀλάργεψε ὁ φονηὰς μάλαμμα νὰ συνάξῃ.  

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Οἱ καστρόπορτες τῆς Νινευὶ



















Διασκευὴ ποιήματος τοῦ Ρόμπερτ Ἔρβιν Χάουαρντ

Τῆς Νινευὶ οἱ καστρόπορτες! Φουσσᾶτα τὲς ζυγώνουν,
γυρνᾷ ὁ Σαργὼν διαγουμιστής, μὲ δόξα θερισμένη,
βιγλίζει τοὺς τειχόπυργους, καθάρια, δές, στυλώνουν,
στὸ πρωινὸ τὸ ἡλιόφωτον ἁδρὰ χαρακωμένοι.

Πεζεύει ἀπ’ τ’ ἅρμα του ὁ Σαργών, μὲ χάρι ληοντοπάτει,
πετᾷ χαμαὶ τὸ κράνος του, κυλᾷ στὸν ἄμμο ταίρι,
καὶ χαμηλώνει τὸ σπαθὶ πό ’χε θωριὰ φλογάτη, 
παίζει μὲ τὴν γενειάδα του τὸ λεύτερό του χέρι.

«Γαῦροι οἱ πύργοι ὀρθώνονται, φλάμμουλα κυματίζουν,
γιορτάσι τοῦ λαοῦ ἀγροικῶ, τραγούδια ποὺ θριαμβεύω,
μὰ ἐμὲ μιὰ μοῖρα πυρπολεῖ κι’ οἱ νῖκες μου μαυρίζουν,
στῆς γῆς τὰ φῦλα ἀφανισμὸ κι’ ὄλεθρο προμαντεύω.

Ἰδοὺ πόλεις κρημνίζονται καὶ ἅρματα σκουριάζουν,
νέφος ἀλλόκοτο ἔχω μπρὸς μὰ οἱ ὀφθαλμοὶ ξεκρίνουν,
ὅλα τὰ βασιλόπρεπα εἰς χοῦν, φεῦ, ξεθωριάζουν,
τῆς Νινευὶ οἱ καστρόπορτες κι’ αὐτὲς σκόνη θὰ μείνουν».  

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Nostalgia



















Ποίημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ

Κάθ’ ἔτος, στὴν νοσταλγικὴ τοῦ φθινοπώρου λάμψι,
φτεροδιαβαίνουν τὰ πουλιὰ τὴν ὠκεάνεια ἐρμιά,
κρώζοντας, τιτιβίζοντας μὲ βιάση χαροποιά,
νὰ βροῦν μιὰ γῆ ποὺ οἱ μέσαθε θύμησες ἔχουν γράψει.

Μεγάλοι κῆποι σκαλωτοὶ μὲ τ’ ἄνθη τὰ ζωηρά τους,
καὶ μάνγκο πεντανόστιμα σ’ ἀράδες νὰ μεστώνουν,
κι’ ἄλση ναῶν ποὺ οἱ κλῶνοι τους πλέκονται κι’ ἁψιδώνουν
στράτες σκιερές – τοῦτα θωροῦν στὰ θολερὰ ὄνειρά τους. 

Σημάδια τῆς παληᾶς ἀκτῆς στὰ πέλαγα γυρεύουν –
τὴν πόλι τὴν ἀγέρωχη, λευκὴ καὶ πυργωτή –
μὰ ὅλο νερένιαν ἔκτασι ξανοίγουν ἀδειανή,
κι’ ἔτσι γιὰ ἀκόμη μιὰ φορὰ στρέφονται κι’ ἀλαργεύουν.

Ὅμως στὰ βένθη π’ ἀποικοῦν πλήθη ἀνεγνώρων κοραλλιῶν,
οἱ ἀρχαῖοι πύργοι νοσταλγοῦν τ’ ἄληστον ᾆσμα τῶν πουλιῶν.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Ὁ ἀστροθώρητος


ρπθ΄

Ὁ ἀστροθώρητος

Στὸν παρασταίνει τὸν τρανό, στὸν κάμει τὸν καμπόσο,
ἀφήνω τόπο καὶ περνᾷ, μιὰ ὁρμήνεια θὰ τὸν δώσω.
Τὴν κεφαλὴ νὰ στρέψῃ την καὶ νὰ βιγλίσῃ τ’ ἄστρη
κι’ ὕστερ’ ἀτὸς νὰ μετρηθῇ μπρὸς στοῦ πυρὸς τὰ κάστρη.
Κι’ ἅμα εὑρεθῇ στὰ σκότη φῶς κι’ ἀδάμας ποὺ γυαλίζει
καὶ ἥλιος ἀβασίλευτος ποὺ σπιθολαμπυρίζει,
θαῤῥούμενα νὰ διαλαλῇ κι’ εἰς ὅλους νὰ μηνύσῃ
πὼς τ’ ἄστρη τὸν ἐθώρησαν ὡς ἔχει τα θωρήσει.  

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Γῆ 2017 μ.Χ.



ρπη΄

Γῆ 2017 μ.Χ.

Σὰν περμαζώνωνται θεργιά, μοβόρα ὡς τρογυρνοῦσι,
βουτᾶν στὸ χῶμα οἱ σέρπονται κι’ οἱ φτερουγᾶν πετοῦσι.
Χάνοντ’ οἱ γοργοπόδαροι, κροῦν οἱ κερατωμένοι,
οἱ ξύπνοι μηχανεύονται, κρύβονται οἱ διαβασμένοι.
Ἀλιὰ εἰς τυφλοὺς κι’ ἀνόητους, μίσταρνους κι’ ἀλαζόνες,
γιομᾶτοι ἐλπίδα θ’ ἀλεστοῦν στὲς κοφτερὲς σιαγόνες.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Ἀγαθὸς ἦν


ρπζ΄

Πρόσωπα:

Ἄνδρας 40 ἐτῶν
Γυναῖκα 25 ἐτῶν

Πρῶτες ἡμέρες τοῦ Ὀκτώβρη, νύχτα. Μιὰ ξύλινη ἀποθήκη. Μπροστά της ἁπλώνεται ἡ ἄμμος καὶ παραπέρα ἡ θάλασσα. Πίσω της κεῖται μιὰ ἐξοχικὴ κατοικία, κρυμμένη μέσα στὰ πεῦκα. Ἐντὸς διάφορα σύνεργα καὶ παληὰ ἐργαλεῖα. Ἕνας ἄνδρας, γενειοφόρος, κάθεται δίπλα στὸ τραπέζι, γυμνὸς ἀπὸ τὴν μέσι κι’ ἐπάνω. Ἀπέναντί του, στὸ κρεββάτι, κάθεται ὀκλαδὸν μία γυναῖκα μακρομαλλοῦσα. Εἶναι ὁλόγυμνη κι’ ἔχει τυλιγμένη τὴν πλάτη μ’ ἐλαφρὺ σκέπασμα.

Α: Κόπηκε τὸ ῥεῦμα πάλι (ἀνάβει ἕνα κερί). 
Γ: Μὴν ἀλλάζῃς συζήτησι (ἀνάβει τσιγάρο), μὲ φῶς ἢ μὲ σκοτάδι, ἐγὼ φοβᾶμαι.
Α: … (Τὴν κοιτᾷ κάποιες στιγμὲς σιωπηλὸς)
Γ: Τί…
Α: Θὰ σοῦ πῶ τὸν λόγο ποὺ ὁ θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο.
Γ: Γιατί, τὸν γνωρίζεις; (Χαμογελᾷ)
Α: Τὸν εἶχα διαβάσει κάποτε στὸν «Τίμαιο» τοῦ Πλάτωνα. Καὶ εἶπα: αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο.  
Γ: Καὶ ποιός εἶναι λοιπὸν ὁ λόγος ποὺ τὸν δημιούργησε;
Α: Ἦταν ἀγαθός.
Γ: Ἦταν ἀγαθός (φυσᾷ τὸν καπνὸ νωχελικά).  
Α: Ὁ ἀγαθός, μᾶς λέει, δὲν ἔχει μέσα του κανέναν ἀπολύτως φθόνο, δὲν φθονεῖ κανέναν καὶ τίποτα. Ἑπομένως ἐπιθυμεῖ γιὰ ὅλα τὸ καλύτερο. Καὶ  τὸ καλύτερο εἶναι ὁ ἴδιος, καὶ μὲ τὸν ἑαυτό του θέλησε νὰ μοιάσουν τὰ πάντα· «παραπλήσια ἑαυτῷ» ἔλεγε τὸ ἀρχαῖο κείμενο, μοῦ ’χει μείνει. Καὶ λίγο παρακάτω ἔλεγε ὅτι στὸν ἄριστο δὲν ἁρμόζει νὰ κάνῃ τίποτε κατώτερο ἀπὸ τὸ ὡραιότερο. Σκέψι ἁπλῆ κι’ ἀκλόνητη.
Γ: Καὶ πῶς εἶσαι βέβαιος ὅτι ὁ θεὸς εἶναι ἀγαθός, καὶ ὁ Πλάτωνας ποῦ τὸ ξέρει; Ἴσως καὶ νὰ εἶναι κακὸς ἢ μὴ ἀγαθὸς ἢ ὅλα τὰ ἐνδιάμεσα ἀπὸ τὸ ἀγαθὸς ὣς τὸ κακός. Ἴσως καὶ τίποτ’ ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ μὰ κάτι ποὺ τὸ μυαλό μας δὲν μπορεῖ νὰ νιώσῃ, οὔτε νὰ περιγράψῃ. Καὶ μπορεῖ νὰ δημιούργησε τὸν κόσμο γιὰ ἄλλους δικούς του λόγους ποὺ οὔτε κἂν φανταζόμαστε, ἂν ἕνα τέτοιο ὄν χρειάζεται λόγους δηλαδὴ γιὰ νὰ φτειάξῃ τὸ ὁτιδήποτε. Ἀπορία ἐπίσης ἁπλῆ.
Α: Καὶ τί εἶναι τὸ κακό; Δὲν εἶναι μήπως κάποιο εἶδος φθορᾶς καὶ ἀταξίας καὶ διαλύσεως; Κάποιο εἶδος ἀγεωμέτρητης δράσεως καὶ παρεκτροπῆς καὶ δυσαρμονίας;
Γ: Κι’ αὐτὰ κι’ ἄλλα πολλά, ἄσε, ξέρω (φυσᾷ τὸν καπνό).
Α: Ὅμως ὅλ’ αὐτὰ καὶ πλῆθος ἄλλα παρόμοια, δὲν ἐκδηλώνονται μέσα στὸν κόσμο τῆς γενέσεως, τῆς μεταβολῆς καὶ τοῦ χρόνου; Καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ γένεσι καὶ ἡ μεταβολὴ καὶ ὁ χρόνος; Καὶ ὅλα τὰ ἐνδιάμεσα, ποὺ εἶπες, ἀπὸ τὸ ἀγαθὸ ὣς τὸ κακό, πάλι δὲν εἶναι καταστάσεις ἀνάμεικτες, ἄσχετα πόση ἀναλογία κακοῦ καὶ ἀγαθοῦ ἔχουν; Μὰ καὶ κάθε πρᾶγμα ποὺ ὑπάρχει, κάθε γνώρισμα καὶ ἰδιότητα, ὅλ’ ἡ φθορὰ κι’ ἡ ἀνακύκλωσι καὶ ὁ αἰώνιος στροβιλισμὸς τῶν πάντων, τὴν ἴδια αἰτία δὲν ἔχει; Ὅμως τὸ ἀγέννητο, τὸ ἄναρχο καὶ ἄχρονο εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὁποιοδήποτε γνώρισμα ἢ τὴν ὅποια ἰδιότητα ποὺ ἐκδηλώνεται ἀποκλειστικὰ μέσα στὴν γένεσι καὶ στὸν χρόνο καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῶν; Ὄχι φυσικά. Εἶν’ ἐντελῶς καὶ ἀμετάκλητα ἀδύνατο νὰ πιστεύουμε τὸν θεὸ ὡς ὁτιδήποτε ἄλλο παρὰ ἀγαθό. Ἂν κάνῃς ἀνάλογους συλλογισμοὺς καὶ πάρῃς μύριους δρόμους, ὅλοι θὰ σὲ βγάλουν μπροστὰ στὴν ἴδια πόρτα. Ὁ θεὸς εἶναι ἀγαθός. Κι’ ἀφοῦ εἶναι ἀγαθὸς ἡ ἀγαθότητά του ἀρκεῖ ὡς ἡ αἰτία τῆς δημιουργίας. Κάθε ἄλλος λόγος θὰ ἦταν περιττός, ἀκυρώνεται ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα.
Γ: Ἴσως νὰ ἔχῃς δίκηο, δὲν ξέρω… δὲν μπορῶ νὰ σκεφτῶ τώρα… μπλέξαμε ἄσχημα κι’ ἔχει μουδιάσει τὸ μυαλό μου.
Α: Γνωρίζω πὼς εἶσαι ἀπέραντα θλιμμένη. Ἐδῶ περνοῦσες τὰ καλοκαίρια σου ἀπ’ τὸν καιρὸ ποὺ ἤσουν μικρὸ παιδί. Ἐδῶ ἔχεις τὶς ὡραιότερες ἀναμνήσεις.
Γ: Δὲν θέλω μὲ τίποτα νὰ χαθῇ αὐτὸ τὸ μέρος, θέλω νὰ ἔρχωμαι γιὰ πάντα ἐδῶ.
Α: Δὲν χάνεται αὐτὸ τὸ μέρος, ἀκόμα κι’ ἂν χαθῇ ἔτσι ὅπως τὸ ἐννοεῖς ἐσύ. Τὸ πῆρες μέσα στὴν ψυχή σου, πάει, τελείωσε, τυπώθηκε, θὰ τὸ κρατᾷς γιὰ πάντα.

Ἡ γυναῖκα σβήνει τὸ τσιγάρο καὶ μένει σιωπηλὴ καὶ ἀφῃρημένη, ἐνῷ ὁ ἄνδρας στρίβει ἕνα τσιγάρο καὶ τὸ ἀνάβει.

Α: Ἐγὼ νομίζω πὼς ὅποιος πιστεύει στὸν θεὸ δὲν νιώθει ποτέ του μόνος καὶ ἀντέχει τὴν ἀνάγκη, ἀντέχει καὶ τὴν φθορὰ καὶ γεμίζει μ’ ἐλπίδα καὶ τυλίγεται μέσα του μὲ ζεστασιά, ἀφοῦ πειὰ γνωρίζει ὅτι κι’ αὐτὸς καὶ οἱ δικοί του καὶ ὁ κόσμος ὅλος ἔχει τέτοιον πατέρα καὶ σύμμαχο, ποὺ ἐπιθυμεῖ γιὰ ὅλους τὸ ἄριστο. Ποῦ θὰ βρῇς καλύτερον; (Χαμογελᾷ)
Γ: Φυσικά, ἀποκλείεται νὰ βρῶ (χαμογελᾷ ἐπίσης). 
Α: Ξέρεις, τὸ νὰ μετέχουμε στὴν φύσι τοῦ θείου δὲν ἦταν δική μας ἐπιθυμία, κάποιο τρελὸ ὄνειρο ὅλων τῶν ἀποκάτω ὅτι τάχα κάποτε… ἦταν δική του, τοῦ ἀποπάνω. Αὐτὸ πάει νὰ πῇ τὸ «παραπλήσια ἑαυτῷ», καὶ ὄχι ἁπλῶς ἐπιλογή του κι’ ἐπιθυμία του μὰ ὁ σκοπὸς ὁ ἴδιος τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Νὰ μποῦν τὰ πάντα σὲ τάξι, νὰ γίνουν στολίδι καὶ νὰ μοιάσουν τοῦ θεοῦ.
Γ: Εὐγενεῖς σκέψεις μὰ δύσκολο νὰ τὶς κατεβάσῃς στὴν γῆ. Τὰ προβλήματα τρέχουν καὶ θὰ μὲ τσακίσουν. Μακάρι νὰ μπορούσαμε νὰ φυτεύουμε γενναῖες σκέψεις σὲ δειλὲς καρδιὲς νὰ μὴ φοβοῦνται, μὰ καὶ πάλι δὲν γίνεται νὰ σταματήσουν τὸ κακὸ ποὺ ἔρχεται. Ὁπότε σὲ τί θὰ μ’ ὠφελήσουν ὅλ’ αὐτά; Φοβᾶμαι. 
Α: Θὰ γεμίσῃς μὲ αὐτοπεποίθησι καὶ θὰ πάψῃς νὰ φοβᾶσαι.
Γ: Κι’ ἅμα πάψω;
Α: Τότε κάτι θαυμάσιο θὰ σοῦ συμβῇ. Θ’ ἀρχίσῃς νὰ βλέπῃς καὶ νὰ σκέφτεσαι καὶ νὰ σχεδιάζῃς καὶ νὰ παίρνῃς ἀποφάσεις καὶ νὰ δρᾷς…
Γ: Ἦρθε τὸ ῥεῦμα!
Α: Ἄσε τὸ ῥεῦμα. Ντύσου καὶ πᾶμ’ ἔξω, νὰ περπατήσουμε στὴν ἄμμο, ἡ βραδιὰ εἶναι ζεστή, λές αὐγουστιάτικη. Παραπέρα, στὸ τέρμα, εἶν’ ἡ ἀρχὴ τῶν κυμάτων, ξεκινᾷ ἡ θάλασσα τῶν ὑδάτων, καὶ ἀπὸ πάνω μας ἁπλώνεται ἡ αἰώνια φωτεινὴ θάλασσα τῶν ἄστρων.  Ὅλ’ αὐτὰ εἶναι δικά σου, σοῦ ἀνήκουν, καὶ σὺ εἶσαι δική τους, τοὺς ἀνήκεις. Δὲν μπορεῖ νὰ σᾶς χωρίσῃ ποτὲ κανείς, δὲν μπορεῖ νὰ σ’ ἐξορίσῃ ἀπὸ τὴν γῆ τοῦ θεοῦ ποτὲ κανείς. Τὴν γῆ σου μπορεῖ νὰ σοῦ τὴν ἁρπάξουν οἱ νεκροί, τὰ κράτη τῶν νεκρῶν, οἱ ἐφορεῖες τῶν νεκρῶν, οἱ τράπεζες τῶν νεκρῶν. Οἱ νεκροί, ἐξόριστοι ἀπ’ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ζεστασιὰ τοῦ κόσμου, τριγυρνοῦν στὸ παγωμένο κι’ ἔρημο τίποτα καὶ προσπαθοῦν ν’ ἁρπάζουν, ὥστε νὰ ἰσχυρίζωνται τὸ ψέμμα πὼς κατέχουν κάτι. Καὶ παλεύουν νὰ πείσουν τὸν ἑαυτό τους ὅτι, ἀφοῦ κατέχουν, τάχα δὲν εἶναι νεκροὶ κι’ ἄρα ζοῦν. Ὅμως ὅποιος κατέχει ἀγαθὰ ποὺ τὰ τρώει ὁ χρόνος κι’ ἡ φθορά, πράγματα θνητὰ καὶ πεθαμένα, μόνο νεράκι σὲ κόσκινο κατέχει, δὲν ζῇ. Ἥσκιος εἶναι καὶ περιφέρεται στὸν κάτω κόσμο, καὶ μόνο σὰν πίνῃ λίγο αἷμα θυμᾶται. Εἶναι βρυκόλακες, μὴ τοὺς μιλᾷς κἄν, ἀκόμα κι’ ὅταν τοὺς μιλᾷς· ποτὲ μὴ τοὺς καταδεχτῇς. Πᾶμε;
Γ: Πᾶμε (σηκώνεται ὄρθια γοργά). Σ’ ἀγαπῶ!

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Εἰς τὴν τῶν δικαίων μάχην

ρπστ΄

Μᾶς κύκλωσ’ ἱππικό, * πεζούρα μόνο ἐμεῖς,
κι’ οἱ ἀρχόντοι μας ἱππεῖς * πῆγαν μὲ τὸν ἐχθρό.
Τὰ βέλη τοὺς βαστοῦν * πρὸς τὸ παρὸν μακριά,
τὰ βέλη θὰ σωθοῦν, * κάθε παρίππευσις
μᾶς ζώνει πειὸ σφιχτὰ * κι’ ἀρηώνουν οἱ ζυγοὶ
κι’ οἱ τάξεις λαγαρὲς * ἀπὸ τὰ βέλη των. 
Γλήγορα ἢ ἀργὰ * κατάφραχτοι, σωρός,
θὰ πέσουν μέσα μας * κι’ ὅλοι θὰ θεριστοῦν,
στὸν τόπο του ὁ καθεῖς, * πρεπὰ τῆς ἀντρειᾶς,
κι’ εἰς τὸν καιρὸ θ’ ἀχοῦν * κι’ εἰς τὸν καιρὸ θ’ ἀχοῦν.
Ἀμή ’ναι κι’ ἄλλη ὁδός. *  Τοῦ ὁπλίτου τ’ ἄρματα
ν’ ἀλλάξωμεν εὐθὺς * καὶ πελταστὲς γοργοὶ
σ’ ἵππους βαρύφορτους * πρῶτοι νὰ πέσωμε
καί, ἅμιπποι ἀλαφροί, * νὰ τοὺς πλευρίσωμε
κι’ ἢ ν’ ἀποθάνωμε * ἢ νὰ νικήσωμε. 
Σὰν ζώνῃ τ’ ἄδικον * μὴ σοῦ παγώνῃ ὁ νοῦς,
κερί, μὴ στυλωθῇς, * τὴν μάχην ἄλλαζε
κι’ ἢ πρῶτος νὰ χτυπᾷς * ἢ σκόρπα, μὴ σταθῇς…
πανοῦργο ἀργάζεται * μὰ δὲν φαντάζεται.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Εἰς τὸν ἄρνα

ρπε΄

Ὁ ποὺ κακουργεῖ * πάντα κακὸς δὲν μένει.
Πότ’ ἀγαθουργεῖ, * πότε συννόμως πράττων
τάχα ἡσυχάζει. * (Στὰ τρίσβαθά του ἀργάζει
ὕβρεις κι’ ὄχθρητες, * ἐκμαυλισμοὺς κι’ ἀπάτες,
κι’ ὀλέθρους ζητᾷ, * νὰ θρέφῃ τὴν ψυχή του.
Τέτοια ἡ φύσι του.) * Τὸ κρῖμα ὅμως δικό σου
καὶ τὸ πταίσιμον, * ἀμνός, ἂν λογαριάζῃς  
κύνα τὸν λύκο, * τὸν λέοντα γατοῦλα,
τὸν πολιτικὸ * τῶν λαῶν ὑπηρέτη. 
Ἄκουσον, γρούζει, * στράφτ’ ἡ ματιὰ τοῦ κτήνους.  

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Ἡ προσωπίδα τοῦ Ἐρυθροῦ Θανάτου





















Διήγημα τοῦ Ἔντγκαρ Ἄλλαν Πόε
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 19ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς
Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.)

Στὴν ἑλληνικὴ ἄρχουσα τάξι

Ὁ «Ἐρυθρὸς Θάνατος» ἐπὶ μακρὸν ἀφάνιζε τὴν χώρα. Οὐδέποτε ὑπῆρξε λοιμὸς πλέον ὀλέθριος ἢ τόσο ἀποκρουστικός. Τὸ αἷμα ἦταν ἡ ἐνσάρκωσι καὶ ἡ σφραγῖδα του – ἡ ἐρυθρότητα καὶ ἡ φρίκη τοῦ αἵματος.  Ἐμφανιζόταν μὲ ὀξεῖς πόνους καὶ ξαφνικὴ ζάλη καὶ κατόπιν ἄφθονη αἱμοῤῥαγία ἀπὸ τοὺς πόρους μέχρι καταλήξεως. Οἱ φλογοκόκκινες κηλῖδες πάνω στὸ σῶμα καὶ ἰδίως ἐκεῖνες στὸ πρόσωπο τοῦ θύματος, ἦσαν τὸ ἀπαγορευτικὸ ποὺ ἀπέτρεπε κάθε προσφορὰ βοήθειας καὶ συμπόνιας ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του. Καὶ ἡ ὅλη ἐκδήλωσι, πρόοδος καὶ ὁλοκλήρωσι τοῦ κύκλου τῆς ἀσθένειας, ἦταν περιστατικὸ τῆς μισῆς ὥρας.
    Ὅμως ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο ἦταν εὐτυχὴς καὶ θαῤῥαλέος καὶ νουνεχής. Ὅταν οἱ ἐπαρχίες του ἐρημώθηκαν ἀπὸ τοὺς μισοὺς κατοίκους, προσκάλεσε ἐνώπιόν του χίλιους ἀκμαίους καὶ ἀμέριμνους φίλους, διαλεγμένους ἀπὸ τοὺς ἱππότες καὶ τὶς κυρίες τῆς αὐλῆς, καὶ μὲ τὴν συντροφιὰ ἐκείνων ἀπεσύρθη, αὐστηρὰ ἀπομονωμένος, ἐντὸς ἑνὸς ἐκ τῶν ὠχυρωμένων ἀββαείων του. Τὸ ἀββαεῖο, κατασκευὴ ἐκτενὴς καὶ μεγαλόπρεπη, εἶχε οἰκοδομηθῆ σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιόῤῥυθμη ἀλλὰ περίβλεπτη προσωπική του αἰσθητική. Τὸ γυρόφερνε ἰσχυρὸ καὶ ὑψηλὸ τεῖχος. Τὸ τεῖχος εἶχε πύλες σιδηρές. Οἱ αὐλικοί, ἀφοῦ μπῆκαν, ἔφεραν καμίνους καὶ ὀγκώδη σφυριὰ καὶ συγκόλλησαν τοὺς σύρτες. Ἀποφάσισαν νὰ μὴν ἀφήσουν τρόπους εἰσόδου ἢ ἐξόδου γιὰ παρορμητικὲς ἐνέργειες ἕνεκα ἀπελπισίας τῶν ἔξω ἢ φρενίτιδας τῶν ἐντός. Τὸ ἀββαεῖο ἦταν πλούσια ἐφωδιασμένο. Μὲ τέτοιες προφυλάξεις οἱ αὐλικοὶ μποροῦσαν νὰ ἀντισταθοῦν στὴν μετάδοσι τοῦ λοιμοῦ. Ὁ ἔξω κόσμος ἂς φρόντιζε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐν τῷ μεταξὺ θεωρεῖτο ἀνοησία ἡ θλῖψι καὶ ἡ περισυλλογή. Ὁ πρίγκηπας εἶχε προμηθευθῆ μὲ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τέρπουν. Ὑπῆρχαν γελωτοποιοί, ὑπῆρχαν καὶ αὐτοσχεδιαστὲς καὶ μπαλαρῖνες καὶ μουσικοί, ὑπῆρχε καλλονὴ καὶ οἶνος. Ὅλα αὐτὰ σὺν ἀσφάλεια ὑπῆρχαν μέσα. Ἀπ’ ἔξω, ὁ «Ἐρυθρὸς Θάνατος».
   Ἦταν πρὸς τὸ τέλος τοῦ πέμπτου ἢ ἕκτου μήνα τῆς ἀπομονώσεώς του, καὶ ἐνῷ ὁ λοιμὸς σάρωνε ἔξω μὲ περισσὴ ἀγριότητα, ὅταν ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο ψυχαγώγησε τοὺς χίλιους φίλους του μὲ ἕναν χορὸ μεταμφιεσμένων τῆς πλέον ἔκτακτης μεγαλοπρέπειας.
   Προσέφερε θέαμα ἀπολαυστικὸ αὐτὸς ὁ χορός. Ὅμως πρῶτα θὰ περιγράψω τὶς αἴθουσες ποὺ ἔλαβε χώρα. Ὑπῆρχαν ἑπτά – μιὰ σειρὰ αὐτοκρατορική. Σὲ πολλὰ παλάτια, ὡστόσο, τέτοιες σειρὲς αἰθουσῶν σχηματίζουν μιὰ μακριὰ καὶ εὐθεῖα προοπτική, ἐνῷ οἱ πτυσσόμενες πόρτες διπλώνονται καί ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς σχεδὸν ὣς τοὺς τοίχους, ὥστε μετὰ βίας ἐμποδίζεται ἡ θέα καθ’ ὅλη τους τὴν ἔκτασι. Ἐδῶ ἡ περίπτωσι διέφερε ἀρκετά, ὅπως θὰ ἀναμενόταν ἕνεκα τῆς ἀγάπης τοῦ δούκα γιὰ τὸ ἀλλόκοτο. Τὰ διαμερίσματα εἶχαν ταχθῆ τόσο ἀκανόνιστα ποὺ ἡ ὅρασι συνελάμβανε μόλις λίγο πέραν τοῦ ἑνὸς κάθε φορά. Ἀνὰ εἴκοσι μὲ τριάντα γιάρδες ὑπῆρχε καὶ μιὰ ἀπότομη στροφὴ καὶ σὲ κάθε στροφὴ μιὰ πρωτόφαντη εἰκόνα. Δεξιὰ καὶ ἀριστερά, στὸ μέσον κάθε τοίχου, ἕνα ψηλὸ καὶ στενὸ γοτθικὸ παράθυρο ἔβλεπε πρὸς ἕναν κλειστὸ διάδρομο ποὺ ἀκολουθοῦσε τὰ γυρίσματα τῆς σειρᾶς τῶν αἰθουσῶν. Τοῦτα τὰ παράθυρα ἦσαν ὑαλογραφήματα τῶν ὁποίων τὸ χρῶμα ποίκιλλε ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα ἀπόχρωσι τοῦ διάκοσμου στὸ διαμέρισμα ὅπου ἄνοιγαν. Στὴν αἴθουσα τοῦ ἀνατολικοῦ ἄκρου ὁ διάκοσμος κρεμόταν, γιὰ παράδειγμα, σὲ χρῶμα κυανό – καὶ σὲ ἔντονο κυανὸ ἦσαν τὰ παράθυρά του. Ἡ δεύτερη αἴθουσα πορφυρῆ ὅσον ἀφορᾷ τὰ διακοσμητικὰ στοιχεῖα καὶ τὶς ταπητοστρώσεις, καὶ οἱ ὑαλοπίνακες ἐπίσης πορφυροῖ. Ἡ τρίτη πράσινη ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, τὸ ἴδιο καὶ τὰ παράθυρά της. Ἡ τέταρτη ἐπιπλωμένη καὶ φωτισμένη μὲ χρῶμα πορτοκαλί – ἡ πέμπτη λευκή – ἡ ἕκτη μενεξεδιά. Ἡ ἕβδομη αἴθουσα ἦταν ἑρμητικὰ κλεισμένη μὲ μαύρους βελούδινους τάπητες ποὺ κρέμονταν πανταχόθεν τῆς ὀροφῆς καὶ κατεβαίνοντας τοὺς τοίχους ἔπεφταν μὲ βαρειὲς πτυχώσεις πάνω σ’ ἕνα χαλὶ τοῦ ἰδίου ὑλικοῦ καὶ τόνου. Ἀλλὰ σὲ τούτη τὴν αἴθουσα μόνο, τὸ χρῶμα τῶν παραθύρων δὲν ἀναλογοῦσε μὲ τὴν ὑπόλοιπη διακόσμησι. Οἱ ὑαλοπίνακες ἐδῶ ἦσαν φλογοκόκκινοι – ἕνα βαθὺ αἱμάτινο χρῶμα. Ἐπὶ πλέον σὲ καμμία ἀπὸ τὶς ἑπτὰ αἴθουσες δὲν ὑπῆρχε λύχνος ἢ κηροπήγιο, μέσα στὴν πληθώρα τῶν χρυσῶν στολιδιῶν, τῶν τοποθετημένων σποραδικὰ κατὰ μῆκος ἢ κρεμασμένων ἀπὸ τὴν ὀροφή. Δὲν ὑπῆρχε κανενὸς εἴδους φῶς νὰ διαχέεται ἀπὸ λύχνο ἢ κερὶ ἐντὸς τῆς σειρᾶς τῶν αἰθουσῶν. Ἀλλὰ στοὺς παράλληλους διαδρόμους, ἀντικρυστὸς στὸ κάθε παράθυρο, στεκόταν τρίποδας βαρὺς ποὺ στήριζε ἕνα μαγκάλι φωτιᾶς, ἡ ὁποία καὶ σκόρπιζε τὶς ἀκτῖνες της διὰ μέσου τοῦ χρωματιστοῦ γυαλιοῦ φωτίζοντας μὲ δυσάρεστη λαμπρότητα τὴν αἴθουσα. Καὶ ἔτσι παραγόταν μιὰ ποικιλία φανταχτερῶν καὶ ἐξόχων ἐμφανίσεων.  Στὴν δυτικὴ ὡστόσο ἢ μαύρη αἴθουσα ἡ εἰκόνα ποὺ ἔδινε ἡ ῥέουσα, πάνω στὰ μελανόχροα ὑφάσματα τῶν τοίχων καὶ διὰ μέσου τῶν αἱματόχρων ὑαλοπινάκων, λάμψι τῆς φωτιᾶς, ἦταν εἰς τὸ ἔπακρον στοιχειωτικὴ καὶ δημιουργοῦσε τόσο ἄγρια ἔκφρασι στὰ πρόσωπα τῶν εἰσερχομένων, ποὺ μόνον λίγοι ἀπὸ τὴν συντροφιὰ εἶχαν τὸ θάῤῥος νὰ πατήσουν πόδι ἐντὸς τῶν ὁρίων της.  
   Ἦταν σ’ αὐτὴ τὴν αἴθουσα, ὁμοίως, ὅπου στεκόταν κολλητὰ στὸν δυτικὸ τοῖχο, ἕνα γιγαντιαῖο ἐβένινο ῥολόι. Τὸ ἐκκρεμές του ταλαντευόταν πέρα δῶθε μ’ ἕναν ὑπόκωφο, βαρύ, μονότονο χτύπο. Καὶ ὅταν ὁ λεπτοδείκτης ὡλοκλήρωνε τὸν γῦρο τῆς ἐπιφάνειας καὶ κόντευε νὰ σημάνῃ τὴν ὥρα, τότε ἔβγαινε ἀπὸ τοὺς ὀρειχάλκινους πνεύμονες τοῦ ῥολογιοῦ ἦχος καθαρὸς καὶ δυνατὸς καὶ βαθὺς καὶ ὑπέρμετρα μελῳδικός, ἀλλὰ μὲ τόσο παράξενο τόνο καὶ ἐμφατικός, ὥστε κατὰ τὴν λῆξι κάθε ὥρας οἱ μουσικοὶ τῆς ὀρχήστρας ἀναγκάζονταν νὰ διακόψουν, πρὸς στιγμήν, τὴν ἐκτέλεσι γιὰ νὰ ἀφουγκραστοῦν τὸν ἦχο. Συνεπῶς καὶ οἱ χορευτὲς σταματοῦσαν ὑποχρεωτικὰ τὴν σειρὰ τῶν βηματισμῶν τους, πρᾶγμα ποὺ προκαλοῦσε σύντομη ἀναστάτωσι σ’ ὅλη τὴν χαρωπὴ συντροφιά. Καὶ καθ’ ὅσον οἱ χτύποι τοῦ ῥολογιοῦ συνέχιζαν, γινόταν ἀντιληπτὸ πὼς οἱ πλέον ἐλαφρόμυαλοι χλώμιαζαν, ἐνῷ οἱ γηραιότεροι καὶ ἠρεμώτεροι περνοῦσαν τὰ χέρια τους πάνω ἀπὸ τὰ μέτωπά τους σὰν σὲ θολοὺς ῥεμβασμοὺς ἢ συλλογισμό. Μόλις ὅμως καὶ ἡ στερνὴ ἠχὼ ἔσβηνε, ἕνα ἐλαφρὺ γέλιο ξεπηδοῦσε μὲ μιᾶς ἀπὸ τὴν ὁμήγυρι, οἱ δὲ μουσικοὶ χαμογελοῦσαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον σὰν νὰ εἰρωνεύονταν τὴν ἴδια τους τὴν νευρικότητα καὶ ἀνοησία, καὶ ὡρκίζονταν ψιθυριστὰ μεταξύ τους ὅτι οἱ ἑπόμενοι χτύποι τοῦ ῥολογιοῦ δὲν θὰ τοὺς γεννοῦσαν κανένα παρόμοιο συναίσθημα. Καὶ ἔπειτα, μετὰ τὴν ἐκπνοὴ ἑξῆντα λεπτῶν, (ποὺ περιέχουν τρεῖς χιλιάδες ἑξακόσια δευτερόλεπτα τοῦ χρόνου ποὺ πετᾷ) ἀκούγονταν νέοι χτύποι τοῦ ῥολογιοῦ καὶ δημιουργεῖτο ἡ ἴδια ἀναστάτωσι, νευρικότητα καὶ περισυλλογή, ὁμοίως μὲ πρίν.   
   Ὅμως παρ’ ὅλα τὰ παραπάνω, ἦταν μιὰ ἐξαίσια γιορτή, γεμάτη κέφι. Οἱ προτιμήσεις τοῦ δούκα ἦσαν ἰδιόῤῥυθμες. Εἶχε ἐκλεπτυσμένη ματιὰ γιὰ χρώματα καὶ ταιριάσματα. Περιφρονοῦσε τὴν διακόσμησι τῆς ἁπλῆς μόδας. Εἶχε ἰδέες καινοτόμες καὶ φλογερές, καὶ οἱ συλλήψεις του ἀκτινοβολοῦσαν μιὰ βάρβαρη χάρι. Μερικοὶ θὰ πίστευαν ἴσως πὼς εἶναι τρελός. Οἱ ἀκόλουθοί του ἔνιωθαν πὼς δὲν εἶναι. Ἦταν ἀπαραίτητο νὰ τὸν ἀκοῦς, νὰ τὸν βλέπῃς καὶ νὰ τὸν ἀγγίζῃς ὥστε νὰ βεβαιωθῇς πὼς δὲν εἶναι.
   Αὐτὸς εἶχε ῥυθμίσει, σὲ μεγάλο βαθμό, τὸν ἔκτακτο στολισμὸ τῶν ἑπτὰ αἰθουσῶν, ἐπὶ τῇ περιστάσει τῆς σπουδαίας γιορτῆς· καὶ ἦταν ἡ δική του αἰσθητικὴ ποὺ ἔδωσε τὸν ἰδιαίτερο τόνο τῶν μεταμφιέσεων. Μὲ βεβαιότητα τὶς χαρακτήριζες ἀλλόκοτες.  Ὑπῆρχε πολλὴ λάμψι καὶ αἴγλη καὶ νοστιμάδα καὶ φαντασμαγορία – πράγματα ποὺ εἶχαν νὰ ἰδωθοῦν ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς παραστάσεως «Ἑρνάνης» τοῦ Βίκτωρος Οὑγκώ. Ἔβλεπες μορφὲς σὲ στάσεις ἀραμπὲσκ μὲ ἀταίριαστα μέλη καὶ στολισμό. Ἔβλεπες μόδες ἔξαλλες, παρόμοιες μὲ τῶν τρελῶν. Ἔβλεπες πολλὴ καλλονή, πολλὴ ἀκολασία, πολλὴ παραδοξότητα, κάποια δόσι τοῦ τρομακτικοῦ καὶ ὄχι λίγη ἐκείνου ποὺ θὰ διήγειρε τὴν ἀηδία. Πέρα δῶθε ἐντὸς τῶν ἑπτὰ αἰθουσῶν ἰδοὺ στοίχειωνε, στὴν πραγματικότητα, ἕνας λαὸς ὀνείρων. Καὶ αὐτά – τὰ ὄνειρα – στριφογύριζαν στὸν χῶρο, παίρνοντας τὴν ἀπόχρωσι τῶν δωματίων καὶ κάνοντας τὴν ἐνθουσιαστικὴ μουσικὴ τῆς ὀρχήστρας νὰ μοιάζῃ σὰν ἠχὼ τῶν βημάτων τους. Καί, σύντομα, νά ποὺ χτυπᾷ τὸ ἐβένινο ῥολόι μέσα στὴν βελούδινη αἴθουσα. Καὶ τότε, γιὰ μιὰ στιγμή, ὅλα ἀκινητοῦν, ὅλα σιγοῦν ἐκτὸς ἀπὸ τὴν φωνὴ τοῦ ῥολογιοῦ. Τὰ ὄνειρα κοκκαλώνουν ἐκεῖ ὅπου βρίσκονται. Ὅμως ἡ ἠχὼ τῶν χτύπων σβήνει – διήρκεσαν μόλις μιὰ στιγμή – καὶ ἕνα ἐλαφρὺ καὶ ὑποτονικὸ γέλιο αἰωρεῖται πίσω τους ὅπως φεύγουν. Καὶ τώρα ἡ μουσικὴ πάλι δυναμώνει, καὶ τὰ ὄνειρα ζωντανεύουν, καὶ στριφογυρίζουν  πᾶνε κι’ ἔρχονται κεφᾶτα ὅσο ποτέ, παίρνοντας ἀπόχρωσι ἀπὸ τὰ πολλὰ χρωματιστὰ παράθυρα διὰ μέσου τῶν ὁποίων ῥέει ἡ φωταψία ἀπὸ τοὺς τρίποδες. Ἀλλὰ στὴν αἴθουσα ποὺ κεῖται δυτικώτερα τῶν ἑπτά, δὲν βρίσκεται τώρα κανεὶς ποὺ τολμᾷ νὰ μπῇ. Ὅτι ἡ νύχτα γερνᾷ. Καὶ ἰδοὺ χύνεται ἐντονώτερο τὸ κόκκινο φῶς διὰ μέσου τῶν αἱματόχρων ὑαλοπινάκων. Καὶ ἡ μαυρίλα τῶν σκούρων ὑφασμάτων τρομάζει.  Καὶ σ’ ἐκεῖνον ποὺ θὰ πατήσῃ τὸ πόδι του πάνω στὸ σκοῦρο χαλί, ἰδοὺ φθάνει ἀπὸ τὸ κοντινὸ ἐβένινο ῥολόι μιὰ σιγανὴ ἀλληλουχία χτύπων μὲ περισσότερη ἔμφασι καὶ ἐπισημότητα ἀπ’ ὅτι στ’ αὐτιὰ ὅσων ἐνδίδουν στὶς ἀπόμακρες εὔθυμες δραστηριότητες τῶν λοιπῶν αἰθουσῶν.
   Ὅμως ἐκεῖνες οἱ αἴθουσες ἦσαν ἀσφυκτικὰ γεμᾶτες μὲ κόσμο, καὶ μέσα τους χτυποῦσε πυρετωδῶς ἡ καρδιὰ τῆς ζωῆς. Καὶ ἡ γιορτὴ προχωροῦσε κυκλοδρομῶντας, ὥσπου τελικὰ ἄρχισαν οἱ χτύποι τοῦ ῥολογιοῦ ποὺ σήμαναν μεσάνυχτα. Καὶ τότε ἡ μουσικὴ διεκόπη, κατὰ πῶς ἀνέφερα, καὶ οἱ βηματισμοὶ τῶν χορευτῶν ἐσίγασαν. Καὶ ἔγινε μιὰ ἀμήχανη παῦσι στὰ πάντα, ὁμοίως μὲ πρίν.  Μὰ τώρα ἐπρόκειτο νὰ ἠχήσουν δώδεκα χτυπήματα τοῦ ῥολογιοῦ. Καὶ ἔτσι συνέβη μὲ τὸν περισσότερο χρόνο, ποὺ ἴσως γλίστρησαν καὶ περισσότερες σκέψεις στοὺς συλλογισμοὺς τῶν στοχαστικῶν ἀνάμεσα στοὺς χαροκόπους. Καὶ ἔτσι ἐπίσης συνέβη, ἴσως, ποὺ πρὶν ἡ τελευταία ἠχὼ τοῦ τελευταίου χτύπου βυθισθῇ στὴν ἀπόλυτη σιωπή, ὑπῆρξαν ἀρκετοὶ μεμονωμένοι μέσα στὸ πλῆθος μὲ τὴν χρονικὴ ἄνεσι νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν παρουσία ἑνὸς μεταμφιεσμένου ποὺ δὲν εἶχε τραβήξει τὴν προσοχὴ κανενὸς μέχρι τότε. Καὶ ὅταν ἡ περὶ τῆς νέας παρουσίας φήμη διεδόθη ψιθυριστὰ παντοῦ, ξέσπασε τελικὰ ἀπ’ ὅλη τὴν ὁμήγυρι μιὰ βοή, ἕνα μουρμουρητό, δηλωτικὸ ἀποδοκιμασίας καὶ ξαφνιάσματος – καί, ἐν τέλει, τρόμου, φρίκης καὶ ἀηδίας.
   Σὲ μιὰ σύναξι φαντασμάτων σὰν αὐτὴ ποὺ περιέγραψα, μπορεῖ σαφῶς νὰ ὑποτεθῇ πὼς καμμιὰ κοινότυπη ἐμφάνισι δὲν θὰ ξεσήκωνε τέτοιαν ἀναταραχή. Γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, ἡ ἐλευθερία στὶς μεταμφιέσεις τῆς βραδιᾶς ἦταν σχεδὸν ἀπεριόριστη. Ὅμως ἡ ἐν λόγῳ μορφὴ εἶχε φανῆ ἡρωδικώτερη τοῦ Ἡρώδη, καὶ εἶχε ξεπεράσει ἀκόμα καὶ τὰ ὅρια τῆς ἀκαθόριστης κοσμιότητας τοῦ πρίγκηπα. Ὑπάρχουν χορδὲς στὶς καρδιὲς καὶ τῶν πλέον ἀσυνείδητων ποὺ σὰν ἀγγιχτοῦν πειράζονται. Ἀκόμα καὶ γιὰ τὸν ἐντελῶς χαμένο, ποὺ ἡ ζωὴ μὲ τὸν θάνατο φαίνονται ἐξ ἴσου ἀστεῖο, ὑπάρχουν ζητήματα γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἀστειεύεται. Ὅλη ἡ συντροφιά, ὄντως, ἔδειχνε τώρα νὰ συναισθάνεται πὼς στὴν ἀμφίεσι καὶ τοὺς τρόπους τοῦ ξένου δὲν ὑπῆρχε κάτι τὸ πνευματῶδες ἢ εὐπρεπές. Ἡ μορφὴ ἦταν ψηλὴ καὶ λιπόσαρκη, καὶ σαβανωμένη ἀπὸ τὴν κορυφὴ ὣς τὰ νύχια μὲ τὰ φορέματα τοῦ τάφου. Ἡ προσωπίδα ποὺ ἔκρυβε τὸ πρόσωπο εἶχε κατασκευασθῆ ὥστε νὰ μοιάζῃ τόσο πολὺ μὲ τὴν ἔκφρασι ἑνὸς ἄκαμπτου πτώματος,  ποὺ καὶ ἡ πλησιέστερη διερευνητικὴ ματιὰ θὰ δυσκολευόταν νὰ διακρίνῃ τὴν ἀπάτη. Καὶ ἴσως τὰ παραπάνω νὰ μποροῦσαν νὰ τὰ ὑπομείνουν, ἂν ὄχι νὰ τὰ ἐγκρίνουν, οἱ γύρω τρελοὶ χαροκόποι. Ὅμως τοῦτος ὁ μῖμος ξεπέρασε κάθε ὅριο μὲ τὸ νὰ παραστήσῃ τὸν Ἐρυθρὸ Θάνατο. Τὸ ἔνδυμά του ἦταν αἱματοβαμμένο – καὶ τὸ πλατύ του μέτωπο, καὶ ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ προσώπου, κηλιδωμένα ἀπὸ τὴν φλογοκόκκινη φρίκη.  
   Ὅταν ἡ ματιὰ τοῦ πρίγκηπα Πρόσπερο ἔπεσε πάνω σ’ αὐτὴ τὴν φασματικὴ εἰκόνα (ποὺ μὲ ἀργὴ καὶ τελετουργικὴ κίνησι, σὰν νὰ ἤθελε νὰ ὑποδυθῇ πειστικώτερα τὸν ῥόλο της, στοίχειωνε πέρα δῶθε ἐν μέσῳ τῶν χορευτῶν) τὸν εἶδαν νὰ συσπᾶται, τὴν πρώτη στιγμὴ μὲ δυνατὸ ῥῖγος ποὺ προεκλήθη ἀπὸ τρόμο ἢ ἀπέχθεια. Ἀλλὰ τὴν ἑπόμενη τὸ μέτωπό του κοκκίνησε ἀπὸ ὀργή.   
   «Ποιός τολμᾷ;» ἀπαίτησε μὲ τραχειὰ φωνὴ τὴν προσοχὴ τῶν αὐλικῶν ποὺ στέκονταν κοντά του – «ποιός τολμᾷ νὰ μᾶς προσβάλλῃ μ’ αὐτὴ τὴν βλάσφημη παρῳδία; Ἁρπάξτε τον καὶ ἀφαιρέστε του τὴν προσωπίδα – γιὰ νὰ μάθουμε ποιὸν θὰ κρεμάσουμε μὲ τὸ χάραμμα, ἀπὸ τὶς ἐπάλξεις».
   Ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο βρισκόταν στὴν ἀνατολικὴ ἢ κυανῆ αἴθουσα σὰν ξεστόμιζε τοῦτα τὰ λόγια. Ἀντήχησαν καθ’ ὅλο τὸ μῆκος τῶν ἑπτὰ αἰθουσῶν δυνατὰ καὶ καθαρά, γιατὶ ὁ πρίγκηπας ἦταν ἄνδρας τολμηρὸς καὶ στιβαρός, καὶ ἡ μουσικὴ εἶχε σιγήσει μὲ τὸ γνέψιμο τοῦ χεριοῦ του.
   Στὴν κυανῆ αἴθουσα στεκόταν ὁ πρίγκηπας, μὲ μιὰ ὁμάδα χλωμῶν αὐλικῶν δίπλα του. Στὴν ἀρχή, καθὼς μιλοῦσε, ἡ ὁμάδα αὐτὴ κινήθηκε ἐλαφρῶς ἐπιθετικὰ πρὸς τὸν παρείσακτο, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴ ἐκείνην ἤδη κοντοζύγωνε, καὶ τώρα, μὲ βῆμα μελετημένο καὶ μεγαλοπρεπές, ὁλοένα προσέγγιζε τὸν ὁμιλοῦντα.  Ὅμως ἕνεκα κάποιου ἀκατανόμαστου δέους ποὺ οἱ τρελὲς ἀξιώσεις τοῦ μίμου εἶχαν ἐμπνεύσει σὲ ὅλη τὴν ὁμήγυρι, κανεὶς δὲν τόλμησε ν’ ἁπλώσῃ τὸ χέρι του νὰ τὸν ἁρπάξῃ· ὥστε, ἀνεμπόδιστος, προσπέρασε σὲ ἀπόστασι μιᾶς γιάρδας ἀπὸ τὸ πριγκηπικὸ πρόσωπο. Καὶ ἐνῷ ἡ ὀγκώδης συνάθροισι, λὲς μὲ μιὰ ἐνστικτώδη κίνησι, συῤῥικνώθηκε ἀπὸ τὰ κέντρα τῶν αἰθουσῶν πρὸς τοὺς τοίχους, ἐβάδιζε ἀπρόσκοπτα, ἀλλὰ μὲ τὸ ἴδιο τελετουργικὸ καὶ μετρημένο βῆμα ποὺ τὸν διέκρινε ἐξ ἀρχῆς, ἀπὸ τὴν κυανῆ αἴθουσα πρὸς τὴν πορφυρῆ – ἀπὸ τὴν πορφυρῆ πρὸς τὴν πράσινη – ἀπὸ τὴν πράσινη πρὸς τὴν πορτοκαλιά – ἀπὸ ἐκείνη πάλι πρὸς τὴν λευκή – καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀκόμα στὴν μενεξεδιά, προτοῦ νὰ  γίνῃ κάποια σοβαρὴ κίνησι νὰ τὸν ἀνακόψουν. Ἦταν τότε, ὡστόσο, ποὺ ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο, ἐξωργισμένος ἀπὸ μανία καὶ ἀπὸ ντροπὴ γιὰ τὴν δική του στιγμιαία δειλία, ὥρμησε γοργοδρομῶντας κατὰ μῆκος τῶν ἕξι αἰθουσῶν, δίχως νὰ τὸν ἀκολουθῇ κανεὶς ἐξ αἰτίας ἑνὸς θανάσιμου τρόμου ποὺ εἶχε κυριεύσει τοὺς πάντες. Εἶχε τραβήξει καὶ βαστοῦσε ὑψωμένο ἕνα στιλέτο, καὶ εἶχε προσεγγίσει τὸν διαφεύγοντα, ἀπότομα καὶ ἀπερίσκεπτα, σὲ ἀπόστασι τριῶν τεσσάρων ποδῶν, ὅταν ὁ τελευταῖος, ἔχοντας φθάσει στὸ ἄκρο τῆς μενεξεδιᾶς αἴθουσας, ἐστράφη ἀναπάντεχα καὶ ἦρθε ἀντιμέτωπος μὲ τὸν διώκτη του.  Ἦχησε μιὰ ὀξεῖα κραυγή – καὶ τὸ στιλέτο ἔπεσε γυαλίζοντας πάνω στὸ σκοῦρο χαλί, ὅπου ὁμοίως, ἀμέσως μετά, ἔπεσε μπρούμυτα νεκρὸς ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο. Κατόπιν, ἐπιστρατεύοντας τὸ ἀδάμαστο θάῤῥος ποὺ γεννᾷ ἡ ἀπελπισία, ἕνας ὄχλος χαροκόποι ῥίχτηκαν ταυτόχρονα μέσα στὴν μαύρη αἴθουσα, καί, ἀφοῦ ἅρπαξαν τὸν μῖμο, τοῦ ὁποίου ἡ ψηλὴ μορφὴ ἔστεκε εὐθυτενὴς καὶ ἀκίνητη ὑπὸ τὸν ἥσκιο τοῦ ἐβένινου ῥολογιοῦ, ἔμειναν ἄναυδοι ἀπὸ  ἀπερίγραπτη φρίκη, ἀνακαλύπτοντας πὼς τὰ σάβανα καὶ ἡ πτωματόσχημη προσωπίδα ποὺ μεταχειρίστηκαν μὲ τόσο σφοδρὴν ἀγριότητα, ἦσαν ἀκατοίκητα ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἁπτὴ μορφή.  
   Καὶ τώρα ἀνεγνωρίσθη ἡ παρουσία τοῦ Ἐρυθροῦ Θανάτου. Εἶχεν ἔρθει σὰν κλέφτης μέσα στὴν νύχτα. Καὶ ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον ἔπεσαν οἱ χαροκόποι στὶς αἱματοστάλαχτες αἴθουσες τῆς γιορτῆς τους, καὶ πέθαναν, ὁ καθένας στὴν στάσι ἀπελπισίας ποὺ εἶχε κατὰ τὴν πτῶσι του. Καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ἐβένινου ῥολογιοῦ ἐξέπνευσε μαζὶ μ’ ἐκείνη τοῦ στερνοῦ ἀνέμελου. Καὶ οἱ φλόγες στοὺς τρίποδες καταναλώθηκαν. Καὶ Σκότος καὶ Σῆψι καὶ ὁ Ἐρυθρὸς Θάνατος κυριάρχησαν ὁλοσχερῶς στὰ πάντα. 


Φωτογραφία: Edgar Allan Poe, χαρακτικὸ τοῦ Timothy Cole



Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Εἰς τὸν Χρόνον

ρπδ΄

Ὁ ἔχων, ὁ εἶχεν, * ὁ ἐπιθυμῶν κι’ ὁ θά ’χῃ
πλούτη κι’ ἡδονές, * γνῶσι, ἀρετὲς κι’ ἀγάπη,
ὀνειρεύεται· * μᾶς γελᾷς, μᾶς χλευάζεις
πρώταρχε σκληρέ. * Ἂν ὄχι δῷς μοι κάτι
ποὺ ἀπ’ τὴ φοῦχτα μου, * σκόνη, νὰ μὴ λιχνίσω…
Ζωὲς θὰ μετρῶ * κι’ ἀκάταρτος θὰ ἱππεύω   
κύματα, δῖνες, * μέχρι ν’ ἀμμοπατήσω,
θαλασσόδαρτος, * σὲ γῆ ποὺ δὲν ξουσιάζεις.